Στο νησί του Αιόλου

Την επόμενη μέρα κινήσαμε και πάλι για το πολύπαθο ταξίδι μας. Αυτή τη φορά στο δρόμο μας συναντήσαμε το νησί του Αιόλου. ΣΆ αυτόν είχαν αναθέσει οι θεοί να φυλά τους ανέμους. Ο Αίολος μας φιλοξένησε κοντά του έναν ολόκληρο μήνα, μΆ όλες τις τιμές. Όλο αυτό τον καιρό το παλάτι του αντηχούσε από τραγούδια, γέλια και χορούς. Και εγώ για ατέλειωτες ώρες τις νύχτες τού ιστορούσα τις περιπέτειες που είχαμε περάσει στον πόλεμο της Τροίας και μετά.

Όταν έφτασε πια ο καιρός για να φύγουμε, αφού μας ετοίμασε με στοργή όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, στο τέλος μού έδωσε ένα ασκί δεμένο πολύ σφιχτά και μου είπε: «Πρόσεξε καλά, Οδυσσέα! Κανείς, μα κανείς, δεν πρέπει να λύσει αυτό το ασκί, γιατί εδώ μέσα έχω φυλακίσει την οργή όλων των δυνατών ανέμων. Το ασκί, λοιπόν, θα το φυλάς σαν τα μάτια σου. Σαν τα μάτια σου και ακόμα καλύτερα...», και μΆ αυτές τις κουβέντες μάς αποχαιρέτησε...

Αυτή τη φορά παρέα με το Ζέφυρο κάναμε ένα ευτυχισμένο ταξίδι. Εννιά μέρες αρμενίζαμε σε μια καταγάλανη θάλασσα, που τα κύματά της παιχνίδιζαν και χρύσιζαν κάτω από ένα γελαστό ήλιο. Τη δέκατη με χτυποκάρδι ανακάλυψα πως άρχισαν να φαίνονται σκοτεινοί όγκοι απΆ τα βουνά της Ιθάκης και ανέβαιναν ψηλά καπνοί από τα τζάκια των σπιτιών της πατρίδας μου. ΣΆ αυτή τη χαρά που δεν περιγράφεται με λόγια χαλάρωσα τόσο απΆ την κούραση και την αγωνία του ταξιδιού, ώστε ούτε κατάλαβα πότε αποκοιμήθηκα. Αμέσως οι σύντροφοί μου, που όλες αυτές τις μέρες τους κατάτρωγε η περιέργεια για το τι περιείχε το ασκί, νομίζοντας πως είχε χρυσάφι που θα το Άπαιρνα μόνο εγώ, το έλυσαν γρήγορα γρήγορα και έσκυψαν πάνω του.

Εικόνα

Τότε ουρλιάζοντας ανατριχιαστικά ξεχύθηκαν αμέσως όλα τα στοιχεία της φύσης και τους χτύπησαν καταπρόσωπο. Εγώ ξύπνησα αλαφιασμένος* από τους κεραυνούς, που έπεφταν στο μεταξύ κοπαδιαστά με τρομαχτικό κρότο, και το σάλο που ξεσήκωναν τα κύματα καθώς χτύπαγαν με λύσσα το πλοίο μας. Για δευτερόλεπτα νόμιζα πως έχανα τα λογικά μου στο μέγεθος της αποκοτιάς* τους. Όμως, θέλοντας και μη, βάλθηκα στο τέλος να παλεύω μΆ όλη αυτή την αντάρα*, που είχε ξεσπάσει εξαιτίας τους.

Κάποτε βρεγμένοι ως το κόκαλο και τσακισμένοι από κούραση βγήκαμε και πάλι στο νησί του Αιόλου. Αλλά αυτή τη φορά μας έδιωξε οργισμένος. Μπήκαμε στα καράβια με τσακισμένο ηθικό και αρμενίσαμε χαμένοι απΆ τον προσανατολισμό μας δέκα μέρες και δέκα νύχτες.

Ομήρου Οδύσσεια, διασκευή Στέλλας Βογιατζόγλου, εκδ. Χαρταετός, Α.Σ.Ε.


* αλαφιασμένος: τρομαγμένος
* αποκοτιά: απερισκεψία
* αντάρα: θύελλα

taksidiodyssea2


ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΑΣ:
ΤΟ e mail ΣΑΣ:

1: Οι Θεοί ανέθεσαν σε αυτόν να φυλάει τους ανέμους
Ζέφυρο
Αίολο
2: Ο Αίολος χάρισε τον ασκό στον Οδυσσέα για
να τον βοηθήσει να φτάσει στην πατρίδα του
να τον εμποδίσει να φτάσει στην πατρίδα του
3: Η πατρίδα του Οδυσσέα
Ιθάκη
Κεφαλλονιά
4: Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε από
τους συντρόφους του Οδυσσέα
από την κακοκαιρία
5: Σήμερα όταν λέμε "Ανοιξε ο ασκός του Αιόλου" εννοούμε:"
Ξεκίνησε μεγάλη αναταραχή
Επήθλε ηρεμία με ευνοϊκό άνεμο
6: Ο Αίολος τη δεύτερη φορά
έβαλε ξανά τους ανέμους στον ασκό.
έδιωξε οργισμένος τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του

Powered by QuizTest v3.0.31